ἄνεμος

ἄνεμος
Grammatical information: m.
Meaning: `wind' (Il.).
Dialectal forms: Myc. anemo (ijereja) KN \/anemōn (hiereiā)\/.
Compounds: νηνεμίη `calm' \< *n̥-h₂n-
Derivatives: ἠνεμόεις `windy, windreich' (metr. length.); ἀνεμώλιος `idle, useless (Il.), after ἀποφώλιος (Bechtel Lex., Chantr. Form. 43; Risch 113 reminds of ἀπατήλιος); s. on μεταμώνιος. ἀνεμώτας ὄνος ἄφετος, ἱερός, τοῖς ἀνέμοις θυόμενος ἐν Ταραντίνοις H.; ἀνεμῶτις epithet of Athena (who calms the wind; Paus.). - ἀνεμώνη s. v.
Origin: IE [Indo-European] [38] *h₂enh₁-mo- `wind'
Etymology: Gr. ἄνεμος agrees with Lat. animus (\< *anamo, cf. Osc. anamúm-); Skt. ánila- m. `wind, air' has -lo-. Further Arm. hoɫm `wind' (with dissim. of n-m) with o-vocalism. In Celtic with tlo-suffix, W. anadl `breath'. - The root *h₂enh₁- in Skt. áni-ti `breathe', Goth. us-anan `expire'. - See ἄσθμα, ἄνται.
Page in Frisk: 1,105

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄνεμος — wind masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άνεμος — ο (AM ἄνεμος) 1. ρεύμα αέρα που προκαλείται απο φυσικά αίτια, βίαιη μετακίνηση του αέρα προς μια κατεύθυνση 2. μτφ. άσκοπη ασχολία, ματαιοπονία, ματαιότητα μσν. νεοελλ. (κατ’ ευφημισμό) διάβολος, δαίμονας νεοελλ. φρ. «πάει κατ’ ανέμου» ή «πάει τ’ …   Dictionary of Greek

  • άνεμος — [анэмос] ουσ. а. ветер …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • άνεμος — ο 1. ρεύμα αέρα που δημιουργείται από διάφορες ατμοσφαιρικές μεταβολές: Σ όλο το ταξίδι μας είχαμε τον άνεμο αντίθετο. 2. άσκοπη ασχολία, χωρίς αποτέλεσμα: Κάνει δουλειές τ ανέμου. 3. αντί της λέξης «διάβολος»: Άσ τον να πάει στον άνεμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηλεκτρικός άνεμος — Φαινόμενο που εκδηλώνεται όταν ένας αγωγός –που καταλήγει σε ακίδα– είναι φορτισμένος με ηλεκτρισμό, ως συνέπεια της πυκνότητας του φορτίου που είναι αντιστρόφως ανάλογη της ακτίνας καμπυλότητας του αγωγού. Στην άκρη του αγωγού η πυκνότητα του… …   Dictionary of Greek

  • Πόθεν ὁ ἄνεμος πνεῖ. — См. Куда ветер подует …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ηλιακός άνεμος — Ροή φορτισμένων σωματιδίων, κυρίως πρωτονίων και ηλεκτρονίων, που εκτοξεύονται από τον Ήλιο προς όλες τις κατευθύνσεις. Η εξωτερική ατμόσφαιρα του Ήλιου, το ηλιακό στέμμα, έχει θερμοκρασία περίπου 1,5⋅ 106°Κ και είναι φυσικό –σε τόσο υψηλές… …   Dictionary of Greek

  • σιμούν — Άνεμος που πνέει στις ερήμους, κυρίως στη Σαχάρα, την Αίγυπτο, την Αραβία και τη Μεσοποταμία. Πρόκειται για θερμό και ξηρό άνεμο, στο πέρασμα του οποίου δημιουργούνται συχνά αμμοστρόβιλοι. Οι ιθαγενείς της Αφρικής, προκειμένου να αντιμετωπίσουν… …   Dictionary of Greek

  • ἀνέμω — ἄνεμος wind masc nom/voc/acc dual ἄνεμος wind masc gen sg (doric aeolic) ἀ̱νέμω , ἀνεμόω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀνεμόω pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἀνεμόω imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὥνεμος — ἄνεμος , ἄνεμος wind masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνέμοιν — ἄνεμος wind masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.